Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013

ΠΕΑΛΣ: Το θεσμικό πλαίσιο των Κοινών Ομάδων Έρευνας στην Εθνική και Ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Η συνδρομή των Ευρωπαϊκών Οργανισμών της EUROJUST και της EUROPOL

Άρθρο
Τρύφωνας Χαρ. ΚΟΡΟΝΤΖΗΣ
Πλοίαρχος ΛΣ
Εκπρόσωπος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. στη EUROPOL

Εισαγωγή
Σημαντικός σταθμός στην ευρωπαϊκή αντεγκληματική πολιτική για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος καθώς και σοβαρών μορφών εγκληματικότητας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) αποτέλεσε η Συνθήκη του Μάαστριχτ [στην Ελληνική έννομη τάξη ενσωματώθηκε με το Ν. 2077/1992 (Α΄ 136)]. Συγκεκριμένα με την εν λόγω Συνθήκη  προστέθηκε στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ένα νέο κεφάλαιο (ΤΙΤΛΟΣ VI) με τίτλο «Διατάξεις σχετικά με τη συνεργασία στους τομείς Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων». Το συγκεκριμένο κεφάλαιο αποτελεί ουσιαστικά την έναρξη της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε επίπεδο ΕΕ.
Ακολούθως με την Συνθήκη του Άμστερνταμ [στην Ελληνική έννομη τάξη ενσωματώθηκε με το Ν. 2691/1999 (A΄  47)], διακηρύχθηκε ότι στόχος της ΕΕ ήταν «να διατηρήσει και να αναπτύξει την ένωση ως χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σε συνδυασμό με κατάλληλα μέτρα όσον αφορά στους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα, το άσυλο, τη μετανάστευση, και την πρόληψη και καταστολή της εγκληματικότητας».
Οι βάσεις για τις Κοινές Ομάδες Έρευνας (ΚΟΕ) [Joint Investigations Teams –JITs), τέθηκαν με τα άρθρα 30 (πρώην άρθρο Κ.2) και το άρθρο 32 (πρώην άρθρο Κ.4) της ΣυνθΕΕ, τα οποία αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 69ΣΤ  και 69Η  αντίστοιχα της  Συνθήκης της Λισσαβώνας [στην Ελληνική έννομη τάξη ενσωματώθηκε με το Ν. 3671/2008 (Α΄  129]).
Ειδικότερα στην παρ. 1. του  άρθρου 69 ΣΤ του Κεφαλαίου 5 της Συνθήκης της Λισσαβόνας, με τίτλο «Αστυνομική Συνεργασία» ορίζεται: «Η Ένωση αναπτύσσει αστυνομική συνεργασία στην οποία συμμετέχουν όλες οι αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών (Κ-Μ), συμπεριλαμβανομένων των αστυνομικών και τελωνειακών αρχών και άλλων αρχών επιβολής του νόμου ειδικευμένων στον τομέα της πρόληψης ή της εξακρίβωσης αξιόποινων πράξεων ή της διερεύνησής τους».
Επίσης στο άρθρο 69 Η της ίδιας Συνθήκης ορίζεται ότι: «Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία, καθορίζει τις προϋποθέσεις και τα όρια εντός των οποίων οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών των άρθρων 69 Α και 69 ΣΤ μπορούν να αναλαμβάνουν δράση στο έδαφος άλλου κράτους μέλους σε συνεργασία και σε συμφωνία με τις αρχές του κράτους μέλους αυτού. Το Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα, μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο».
Επιπρόσθετα στο άρθρο 69Ζ παρ. 2. Β προβλέπεται ότι στα καθήκοντα της Europol ανήκουν: «ο συντονισμός, διοργάνωση και η διεξαγωγή ερευνών και επιχειρησιακών δράσεων, από κοινού με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ή στο πλαίσιο κοινών ομάδων ερευνών, ενδεχομένως σε σύνδεση με την Eurojust».
Στα συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που συνήλθε στο  Τάμπερε την 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, στην παράγραφο 43 οριζόταν ότι: «Θα πρέπει να αξιοποιηθεί πλήρως η συνεργασία μεταξύ των αρχών των κρατών μελών κατά τη διερεύνηση του διασυνοριακού εγκλήματος σε ένα κράτος μέλος. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζητεί την άμεση σύσταση κοινών ερευνητικών ομάδων όπως προβλέπεται στη Συνθήκη, ως πρώτο βήμα, για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου ναρκωτικών και της εμπορίας ανθρώπων καθώς και της τρομοκρατίας. Οι σχετικοί κανόνες που θα θεσπιστούν θα πρέπει να επιτρέπουν σε αντιπροσώπους της Ευρωπόλ να συμμετέχουν, ανάλογα με τις ανάγκες, στις εν λόγω ομάδες με επικουρική ιδιότητα».
Από την μέχρι τώρα πολιτική της ΕΕ, συνάγεται ότι αναπτύσσονται δύο τρόποι συνεργασίας για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος και των σοβαρών μορφών εγκληματικής δραστηριότητας. Ο πρώτος ο οποίος παρατηρείται  μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ είναι η επιβολή κοινών ποινικών κυρώσεων σε ορισμένα αδικήματα. Ο δεύτερος είναι η θέσπιση συγκεκριμένων οργάνων, προκειμένου να επιτευχθεί ενοποιημένη δράση για την αντιμετώπιση ορισμένων ποινικών αδικημάτων και η θέσπιση κανόνων που αποσκοπούν στη στενότερη συνεργασία δικαστικών, εισαγγελικών και διωκτικών Αρχών των Κ-Μ της ΕΕ και οργανισμών της ΕΕ, ώστε να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός.
Όλες οι ανωτέρω πολιτικές οι οποίες έχουν αναπτυχθεί αλλά και αναπτύσσονται σε επίπεδο ΕΕ, είναι αναγκαίες για την αντιμετώπιση του εγκλήματος ως ένα διεθνές φαινόμενο. Σήμερα το οργανωμένο έγκλημα έχει διασυνοριακό χαρακτήρα, πολλές φορές υπερβαίνει τις δυνατότητας αντιμετώπισης του από τις εθνικές διωκτικές Αρχές και χρειάζεται διεθνής συνεργασία. Συνεργασία η οποία  αναπτύσσεται σε τακτικό, επιχειρησιακό αλλά και στρατηγικό επίπεδο. Χρειάζεται συντονισμένη δράση για την ανάλυση του αλλά και την αντιμετώπιση του.


1.- Κοινές Ομάδες Έρευνας
1.1  Έννοια
Η  ΚΟΕ είναι μία ομάδα έρευνας που έχει συσταθεί βάσει συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων Κ-Μ και/ή άλλων μερών  για συγκεκριμένο σκοπό και περιορισμένη διάρκεια. Τα πλεονεκτήματα της ΚΟΕ είναι τα εξής:
Α.- Δυνατότητα άμεσης ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των μελών της ΚΟΕ χωρίς ανάγκη επίσημων απαιτήσεων.
Β.- Δυνατότητα άμεσης αίτησης μέτρων έρευνας μεταξύ των μελών της ΚΟΕ χωρίς την αίτηση δικαστικής συνδρομής. Το ίδιο ισχύει και για τις αιτήσεις επιβολής μέτρων καταναγκασμού.
Γ.-Δυνατότητα των μελών να είναι παρών σε κατ΄ οίκον έρευνες, ακροάσεις κ.λπ. συνδρομή για υπέρβαση των γλωσσικών εμποδίων στις ακροάσεις κ.λπ.
Δ.- Δυνατότητα συντονισμού των προσπαθειών επί τόπου και άτυπης ανταλλαγής εξειδικευμένων γνώσεων.
Ε.- Δυνατότητα οικοδόμησης και προώθησης αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ επαγγελματιών από διαφορετικές χώρες και εργασιακά περιβάλλοντα.
Στ.- Η ΚΟΕ αποτελεί την καλύτερη πλατφόρμα για τον προσδιορισμό των καταλληλότερων στρατηγικών έρευνας και δίωξης.
Ζ.- Δυνατότητα της Eurojust και Europol να συμμετάσχουν με άμεση υποστήριξη και συνδρομή.
Η.- Δυνατότητα αναζήτησης χρηματοδότησης από την ΕΕ, τη Eurojust ή την  Europol.
Θ.- Η συμμετοχή σε ΚΟΕ αυξάνει τις γνώσεις των στελεχών και βελτιώνει τη διεξαγωγή των διεθνών ερευνών. 

   1.2 Νομικό Πλαίσιο
Στις 29 Μαίου 2000, με Πράξη του Συμβουλίου καταρτίστηκε η σύμβαση για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή  επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των Κ-Μ της ΕΕ (Σύμβαση ΑΔΣ του 2000).  Ο στόχος της Σύμβασης είναι να ενθαρρύνει και να εκσυγχρονίσει τη συνεργασία μεταξύ δικαστικών αρχών και αρχών επιβολής του νόμου εντός ΕΕ, καθώς και στη Νορβηγία και την Ισλανδία, συμπληρώνοντας τις διατάξεις των υφιστάμενων νομικών πράξεων και διευκολύνοντας την εφαρμογή τους.
Επειδή η πρόοδος προς την επικύρωση της Σύμβασης ΑΔΣ του 2000 ήταν αργή, το Συμβούλιο στις  13 Ιουνίου 2002 ενέκρινε απόφαση – πλαίσιο για τις ΚΟΕ  την οποία τα Κ-Μ  όφειλαν να εφαρμόσουν από την 1 Ιανουαρίου 2003. Τα Κ-Μ πίστευαν (και ορθά κατά την αποψή μου) ότι οι ΚΟΕ θα βοηθήσουν τις Αρχές Επιβολής του Νόμου (Law Enforcement Agencies –LEAs) της ΕΕ.
Η έννοια των ΚΟΕ προέκυψε από την πεποίθηση ότι για την αντιμετώπιση των σοβαρών μορφών διασυνοριακού οργανωμένου εγκλήματος, οι υπάρχουσες μέθοδοι διεθνούς και αστυνομικής συνεργασίας ήταν ανεπαρκείς. Θεωρήθηκε ότι μία ομάδα ερευνητών και δικαστικών αρχών από δύο ή περισσότερα Κ-Μ, δουλεύοντας από κοινού σε σαφές νομικό πλαίσιο θα βοηθούσε στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος.

2. Οι Κοινές Ομάδες  Έρευνας στην Ελληνική Έννομη Τάξη
Η Ελλάδα με το Ν. 3663/2008 (A΄ 99) συμμορφώθηκε με την Απόφαση του Συμβουλίου 2002/187/ΔΕΥ της 28ης Φεβρουαρίου 2002 (ΕΕ L63/1 της 06.03.2002), με την οποία ιδρύθηκε πλέον επίσημα η Eurojust, ως οργανισμός της Ένωσης που διαθέτει νομική προσωπικότητα και με κύρια αποστολή την βελτίωση της δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των Κ-Μ.
Η ενωσιακή αυτή πράξη αποτελεί συνέχεια των πρωτοβουλιών της ΕΕ όπως εκφράστηκαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε της 15ης-16ης Οκτωβρίου 1999 (παρ. 43 συμπερασμάτων) και του άρθρου 13 της Σύμβασης που καταρτίστηκε από το Συμβούλιο (άρθρο 34 της Συνθ ΕΕ) για  την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των Κ-Μ (ΕΕ   C 197 της 12-07-2000).
Στο δεύτερο κεφάλαιο του εν λόγω νόμου καθορίζονται οι όροι για την λειτουργία ΚΟΕ, στο πλαίσιο της ΕΕ με σκοπό την από κοινού διερεύνηση - σε προδικαστικό στάδιο – των εγκλημάτων της παράνομης εμπορίας ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, της εμπορίας ανθρώπων καθώς και των τρομοκρατικών πράξεων.  
Η περιορισμένη λειτουργία της κοινής ομάδας έρευνας μόνο για τη διερεύνηση των προαναφερθέντων εγκλημάτων αναφέρεται ρητά στο σημείο 6 του προοιμίου της ως άνω απόφασης πλαίσιο. Οι διατάξεις που περιγράφονται στο νόμο, περιέχουν τις ειδικότερες ρυθμίσεις που κρίθηκαν αναγκαίες για την εναρμόνιση  του ελληνικού εθνικού δικαίου. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ).
Ειδικότερα:
Στο άρθρο 13, δίδεται ο ορισμός του όρου «κοινή ομάδα έρευνας» και προσδιορίζεται ο ειδικότερος σκοπός της σύστασης της. Αντικείμενο της κοινής ομάδας έρευνας είναι η διεξαγωγή ερευνών σε ένα ή περισσότερα Κ-Μ της ΕΕ για τη διαλεύκανση των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων. Η σύσταση της αποβλέπει ιδίως στην έρευνα των εν λόγω εγκλημάτων, εφόσον αυτή προϋποθέτει τη δικαστική συνδρομή των άλλων Κ-Μ, ή απαιτείται συντονισμένη και εναρμονισμένη δράση από τα Κ-Μ.
Στο άρθρο 14 προσδιορίζονται εννοιολογικά ορισμένοι όροι, όπως «συμφωνία», «έρευνα», «επικεφαλής», «αποσπασμένο μέλος», «τρίτο κράτος» ώστε να καθίσταται σαφές το εννοιολογικό τους περιεχόμενο.
Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου του όρου «έρευνα», θα πρέπει να σημειωθεί ότι η κοινή ομάδα έρευνας μπορεί να συσταθεί για την επίτευξη όχι μόνο των σκοπών της προανάκρισης ή της  κύριας ανάκρισης, αλλά και εκείνων της προκαταρκτικής εξέτασης.
Στο άρθρο 15 καθορίζεται η διαδικασία για τη σύσταση της κοινής ομάδας έρευνας. Η διάταξη της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου θέτει τους βασικούς όρους εν λόγω ομάδα συγκροτείται κάθε φορά με έγγραφη συμφωνία μεταξύ των Κ-Μ, κατόπιν σχετικού αιτήματος της αρμόδιας Αρχής ενός Κ-Μ. Στη συμφωνία αυτή θα πρέπει να προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος σκοπός, καθώς και η διάρκεια λειτουργίας της κοινής ομάδας έρευνας, η οποία μπορεί να παραταθεί με κοινή συμφωνία των εμπλεκόμενων Κ-Μ , εφόσον τούτο απαιτείται για την ολοκλήρωση της έρευνας.
Στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου ορίζεται ο κατά τον αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών, ως αρμόδια Ελληνική Αρχή τόσο για την παραλαβή όσο και για την υποβολή του ανωτέρω αιτήματος, καθώς και τη σύναψη της σχετικής συμφωνίας. Στην περίπτωση όμως που η έρευνα πρόκειται να διεξαχθεί στις έδρες περισσότερων Εφετείων, αρμόδια Αρχή είναι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.
Στην παράγραφο 3 καθορίζονται τα στοιχεία που θα πρέπει να περιλαμβάνει η αίτηση, ώστε να περιβάλλεται το νόμιμο τύπο. 
Με το άρθρο 16 προσδιορίζεται το ρυθμιστικό αντικείμενο της προαναφερθείσας έγγραφης συμφωνίας.
Στην παράγραφο 1 καθορίζονται τα κατ΄ ελάχιστο απαιτούμενα στοιχεία του περιεχομένου της έγγραφης αυτής συμφωνίας  των αρμοδίων Αρχών των Κ-Μ για τη σύσταση της κοινής ομάδας έρευνας.
Ρητά δε προβλέπεται στην παράγραφο 2 ότι, στις περιπτώσεις που εμπλεκόμενο Κ-Μ είναι και η Ελλάδα, ο αρμόδιος εισαγγελέας ορίζει και τους συμμετέχοντες στην κοινή ομάδα.
Στο άρθρο 17 προσδιορίζονται οι προϋποθέσεις αξιοποίησης πληροφοριών, οι οποίες διακρίνονται σε δύο υποπεριπτώσεις.
Στην  παράγραφο 1 προβλέπεται η δυνατότητα παροχής πληροφοριών στην ομάδα από μέλος της κοινής ομάδας έρευνας, στην περίπτωση που αυτές είναι ήδη διαθέσιμες στο Κ-Μ, από το οποίο  έχει αποσπασθεί. Η δυνατότητα αυτή υλοποιείται για την επίτευξη των σκοπών της ποινικής έρευνας μέσα στα νόμιμα όρια της αρμοδιότητας του μέλους αυτού και κατά το εθνικό του δίκαιο.
Στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, ορίζονται περιοριστικά οι σκοποί για τους οποίους μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι πληροφορίες εκείνες που συλλέγονται κατά τη διάρκεια λειτουργίας της κοινής ομάδας έρευνας.
Στο άρθρο 18 ρυθμίζεται ειδικότερα το εφαρμοστέο δίκαιο στην περίπτωση που η κοινή ομάδα έρευνας ενεργεί εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας. Ρητά ορίζεται ότι εφαρμόζονται οι διατάξεις του εθνικού δικαίου. Τα μέλη της ομάδας ενεργούν υπό τη διεύθυνση του αρμόδιου Εισαγγελέα, ο οποίος λειτουργεί ως επικεφαλής της ομάδας, λαμβάνοντας υπόψη και τους όρους που τέθηκαν στην έγγραφη συμφωνία για τη σύσταση της ομάδας.
Στην παράγραφο 3 προσδιορίζονται οι δυνατότητες του αποσπασμένου μέλους στο πλαίσιο λειτουργίας της κοινής ομάδας έρευνας.
Ειδικότερα, οι εν λόγω δυνατότητες αφορούν: α) την αυτοπρόσωπη παρουσία του κατά τη διενέργεια της όλης έρευνας, κατά την έννοια του άρθρου 14β του παρόντος νόμου, β) την ανάληψη εκ μέρους του της διενέργειας μίας επιμέρους ερευνητικής πράξης και γ) την υποβολή αιτήματος προς τις αρμόδιες Αρχές του Κ-Μ από το οποίο προέρχεται  να διενεργήσουν έρευνα, εφόσον αυτή κρίνεται απαραίτητη για την επίτευξη του σκοπού της κοινής ομάδας έρευνας.
Στο άρθρο 19 ορίζεται ότι κατά τη λειτουργία της κοινής ομάδας έρευνας στο έδαφος άλλου Κ-Μ της ΕΕ, εφαρμόζεται το δίκαιο του οικείου κράτους.
Στην παράγραφο 2 προβλέπεται η δυνατότητα του Έλληνα αποσπασμένου μέλους στην κοινή ομάδα έρευνας, να υποβάλει αίτημα στις αρμόδιες Ελληνικές αρχές για τη διενέργεια ορισμένης έρευνας στο έδαφος της Ελληνικής επικράτειας. Το σχετικό αίτημα εξετάζεται σύμφωνα με το Ελληνικό δίκαιο. 
Στο άρθρο 20 προβλέπεται η δυνατότητα συμμετοχής στην κοινή ομάδα έρευνας υπαλλήλων Οργάνων της ΕΕ. Ρητά ορίζεται ότι αυτό επιτρέπεται, εφόσον παρέχεται η σχετική δυνατότητα με την έγγραφη συμφωνία για τη σύσταση κοινής ομάδας έρευνας. Ο δε υπάλληλος έχει δικαίωμα μόνο αυτοπρόσωπης παρουσίας.
Στο άρθρο 21 προβλέπεται η δυνατότητα υποβολής αιτήματος δικαστικής συνδρομής σε Κ-Μ, που δεν συμμετέχει στην κοινή ομάδα έρευνας, ή σε τρίτο κράτος, όταν τούτο κρίνεται αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της κοινής ομάδας έρευνας. Το αίτημα αυτό υποβάλλεται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 15 παράγραφος 2 του παρόντος νόμου, κατ΄ εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που ισχύουν μεταξύ των Κ-Μ ή μεταξύ της Ελλάδας και του τρίτου κράτους.
Με το άρθρο 22 εξομοιώνονται τα έγγραφα που είναι συντεταγμένα από μέλος της κοινής ομάδας έρευνας που προέρχεται από άλλο κράτος – μέλος, με εκείνα που είναι συντεταγμένα από ημεδαπό υπάλληλο, όσον αφορά τη δυνατότητα της αποδεικτικής τους αξιοποίησης.
Με το άρθρο 23 εξομοιώνονται οι υπάλληλοι των αρμοδίων Αρχών των Κ-Μ με τους ημεδαπούς υπαλλήλους, ώστε να εφαρμόζονται και γι αυτούς οι εθνικές διατάξεις σε περίπτωση τέλεσης αξιόποινων πράξεων είτε από τους ίδιους (με οποιαδήποτε μορφή συμμετοχής) είτε σε βάρος τους.
Με το άρθρο 24 ρυθμίζονται τα ζητήματα που άπτονται της αστικής ευθύνης στις περιπτώσεις πρόκλησης ζημιάς από τους υπαλλήλους που μετέχουν στην κοινή ομάδα έρευνας.     

3. Κοινές Ομάδες Έρευνας και Eurojust
Αποστολή της Eurojust σύμφωνα  με το άρθρο 69Δ της Συνθήκης της Λισσαβόνας, είναι η στήριξη και η ενίσχυση του συντονισμού και της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων εθνικών αρχών για την έρευνα και τη δίωξη σοβαρών εγκλημάτων, που έχουν επιπτώσεις σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ή απαιτούν δίωξη σε κοινές βάσεις, βάσει επιχειρήσεων που διεξάγονται και πληροφοριών που παρέχονται από τις αρχές των κρατών μελών και την Ευρωπόλ. Επιπρόσθετα σύμφωνα  με το ίδιο άρθρο τα καθήκοντα της Eurojust περιλαμβάνουν:
α) την έναρξη ποινικών ερευνών, καθώς και την εισήγηση για την κίνηση ποινικών διώξεων που διεξάγονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, και ειδικότερα των διώξεων που αφορούν αδικήματα κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης,
β) τον συντονισμό των ερευνών και των διώξεων του στοιχείου α),
γ) την ενίσχυση της δικαστικής συνεργασίας, μεταξύ άλλων με την επίλυση των συγκρούσεων δικαιοδοσίας και με στενή συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο.
Οι εν λόγω κανονισμοί καθορίζουν επίσης τις πρακτικές ρυθμίσεις για τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών μελών στην αξιολόγηση των δραστηριοτήτων της Eurojust.
2. Στο πλαίσιο των διώξεων της παραγράφου 1 και με την επιφύλαξη του άρθρου 69 Ε, οι επίσημες διαδικαστικές πράξεις διενεργούνται από τους αρμόδιους εθνικούς υπαλλήλους.
Ο ρόλος της στην συγκρότηση και επιτυχή δραστηριοποίηση των ΚΟΕ είναι καθοριστικός. Της παρέχεται η δυνατότητα όπως προκύπτει και από το θεσμικό πλαίσιο ίδρυσης της αλλά και λειτουργίας της, να μπορεί μέσω των Εθνικών της Μελών αλλά και ως συλλογικό όργανο να καλεί τις αρμόδιες Εθνικές Αρχές να συγκροτούν ΚΟΕ όπου κρίνουν απαραίτητο (άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 3663/2008). Στις τελευταίες η Eurojust παρέχει διοικητική υποστήριξη καθώς οι συντονιστικές συναντήσεις πραγματοποιούνται στις εγκαταστάσεις της στη Χάγη Ολλανδίας.  
Τα Κ-Μ έχουν τη δυνατότητα να ορίσουν τον εθνικό τους εκπρόσωπο να συμμετάσχει στην ΚΟΕ και σε μία τέτοια περίπτωση δεν θα εκπροσωπεί την Eurojust αλλά το Κ-Μ από το οποίο προέρχεται. Η  Eurojust  έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει ως συλλογικό όργανο σε ΚΟΕ, ορίζοντας σε αυτή την περίπτωση το μέλος που θα την εκπροσωπεί κάτι το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 9 & 3 της 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης Φεβρουαρίου 2002.  Σημειώνεται ότι σε ότι αφορά την Ελλάδα δεν υπάρχει τέτοια πρόβλεψη στο Ν. 3663/2008 με τον οποίο ενσωματώθηκε η εν λόγω Απόφαση στην εθνική  έννομη τάξη.  
Τα εθνικά μέλη της Eurojust, οι αναπληρωτές και οι βοηθοί τους μπορούν να είναι μέλη της ΚΟΕ  όταν το κράτος από το οποίο προέρχονται τους έχει ορίσει, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9στ της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ηςΦεβρουαρίου 2002 όπως τροποποιήθηκε με την Απόφαση 2003/659/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 2003 και από την Απόφαση 2008/426/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008 για την ενίσχυση της Eurojust.
Στα αξιοσημείωτα σε ότι αφορά τις ΚΟΕ, είναι το γεγονός ότι η Eurojust  κατόπιν υπογραφής μνημονίου συνεργασίας με τον OLAF σχετικά με αδικήματα απάτης ή άλλα που επιδρούν στα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ, όταν ο ένας από τους δύο οργανισμούς συμμετέχει σε ΚΟΕ  για τέτοια αδικήματα ενημερώνει τον έτερο οργανισμό και προτείνει στο Κ-Μ που συνέστησε την ΚΟΕ να προσκαλέσει αντίστοιχα και τον άλλο οργανισμό.
Οι σχέσεις της Eurojust με την Europol ρυθμίζονται βάσει μνημονίου συνεργασίας που έχει υπογραφεί μεταξύ τους και θα αναπτυχθεί κατωτέρω.

4. Κοινές Ομάδες Έρευνας και Europol
Στην  Απόφαση του Συμβουλίου της 6ης Απριλίου 2009  για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ) [(2009/371/ΔΕΥ), L 121/37]  προβλέπονται τα εξής:
Στο άρθρο 5 στην παράγραφο 1.δ «η υποβολή αιτήματος στις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών για την έναρξη, διεξαγωγή ή τον συντονισμό ερευνών και η πρόταση σύστασης κοινών ομάδων έρευνας σε συγκεκριμένες υποθέσεις».
Στο άρθρο 6 με τίτλο «Συμμετοχή σε κοινές ομάδες έρευνας» ορίζονται τα ακόλουθα:
«1. Το προσωπικό της Ευρωπόλ δύναται να συμμετέχει με βοηθητικό ρόλο σε κοινές ομάδες έρευνας, συμπεριλαμβανομένων των ομάδων που συγκροτούνται δυνάμει του άρθρου 1 της απόφασης- πλαίσιο 2002/465/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, σχετικά με τις κοινές ομάδες έρευνας (ΕΕ L 162 της 20.6.2002, σ. 1.), δυνάμει του άρθρου 13 της σύμβασης της 29ης Μαΐου 2000 για την αμοιβαία συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ C 197 της 12.7.2000, σ. 3.) ή δυνάμει του άρθρου 24 της σύμβασης της 18ης Δεκεμβρίου 1997 περί αμοιβαίας συνδρομής και συνεργασίας μεταξύ των τελωνειακών υπηρεσιών (ΕΕ C 24 της 23.1.1998, σ. 2.), στο βαθμό που οι ομάδες αυτές ερευνούν αξιόποινες πράξεις για τις οποίες η Ευρωπόλ είναι αρμόδια δυνάμει του άρθρου 4 της παρούσας απόφασης. Το προσωπικό της Ευρωπόλ δύναται, εντός των ορίων που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο δραστηριοποιείται η εκάστοτε κοινή ομάδα έρευνας και με βάση τη συμφωνία που αναφέρεται στην παράγραφο 2, να παρέχει βοήθεια για όλες τις δραστηριότητες και να ανταλλάσσει πληροφορίες με όλα τα μέλη της κοινής ομάδας έρευνας, σύμφωνα με την παράγραφο 4. Δεν συμμετέχει ωστόσο στη λήψη αναγκαστικών μέτρων.
2. Οι διοικητικές παράμετροι της συμμετοχής μελών του προσωπικού της Ευρωπόλ σε κοινές ομάδες έρευνας καθορίζονται σε συμφωνία μεταξύ του διευθυντή της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών που μετέχουν στην κοινή ομάδα έρευνας, με τη σύμπραξη των εθνικών μονάδων. Οι κανόνες που διέπουν τη σύναψη τέτοιων συμφωνιών καθορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο
3. Στους κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 διευκρινίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα μέλη του προσωπικού της Ευρωπόλ τίθενται στη διάθεση της κοινής ομάδας έρευνας.
4. Με βάση τη συμφωνία που προβλέπει η παράγραφος 2, το προσωπικό της Ευρωπόλ δύναται να συνεννοείται απευθείας με τα μέλη της κοινής ομάδας έρευνας και να παρέχει στα μέλη και στα αποσπασμένα μέλη της κοινής ομάδας έρευνας, σύμφωνα με την παρούσα απόφαση, πληροφορίες από οποιεσδήποτε συνιστώσες των συστημάτων επεξεργασίας πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 10. Σε περίπτωση απευθείας συνεννόησης, η Ευρωπόλ ενημερώνει συγχρόνως τις εθνικές μονάδες των κρατών μελών που εκπροσωπούνται στην ομάδα, καθώς και εκείνες των κρατών μελών που παρείχαν τις σχετικές πληροφορίες.
5. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από μέλος του προσωπικού της Ευρωπόλ, κατά τη συμμετοχή του σε κοινή ομάδα έρευνας, μπορούν, με τη συγκατάθεση και υπό την ευθύνη του κράτους μέλους που παρέσχε την πληροφορία, να καταχωρίζονται σε οποιοδήποτε τμήμα του συστήματος επεξεργασίας πληροφοριών του άρθρου 10 υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρούσα απόφαση.
 6. Κατά τη διάρκεια των εργασιών μιας κοινής ομάδας έρευνας, τα μέλη του προσωπικού της Ευρωπόλ υπόκεινται, σε σχέση με τις αξιόποινες πράξεις που έχουν διαπραχθεί εις βάρος τους ή από αυτά, στην εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους όπου διεξάγονται οι εργασίες της ομάδας η οποία ισχύει για πρόσωπα που ασκούν ανάλογα καθήκοντα».
Στο άρθρο 7 με τίτλο «Αιτήματα της Ευρωπόλ για την έναρξη ποινικών ερευνών» στις παραγράφους 1 και 2 ορίζονται τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη επιλαμβάνονται κάθε αιτήματος της Ευρωπόλ για την έναρξη, τη διενέργεια ή τον συντονισμό ερευνών για συγκεκριμένες υποθέσεις και λαμβάνουν δεόντως υπόψη τέτοιου είδους αιτήματα. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Ευρωπόλ σχετικά με το ενδεχόμενο έναρξης της αιτηθείσας έρευνας.
2. Προτού απευθύνει αίτημα για την έναρξη ποινικών ερευνών, η Ευρωπόλ ενημερώνει σχετικά την Eurojust.»
Επιπρόσθετα σύμφωνα με το άρθρο 6 της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ Europol και Eurojust (Note 5), παρέχεται η δυνατότητα και στα δύο μέρη να μετέχουν από κοινού, κατόπιν αιτήματος ενός ή περισσοτέρων κρατών – μελών στη δημιουργία κοινών ομάδων έρευνας και να υποστηρίζουν τις εθνικές δικαστικές Αρχές και Αρχές Επιβολής του νόμου στις προκαταρκτικές συζητήσεις για τη σύσταση ΚΟΕ.
Στο προκαταρκτικό στάδιο μπορούν και οι δύο οργανισμοί να στηρίζουν τα Κ-Μ παρέχοντας νομικές συμβουλές καθώς και εμπειρία από τη συμμετοχή σε προγενέστερη ΚΟΕ.
Όπως ήδη έχει αναφερθεί οι δύο εν λόγω Οργανισμοί μπορούν να εντοπίσουν υποθέσεις όπου μπορεί να συσταθεί ΚΟΕ και να ζητήσουν από τα Κ-Μ να ενεργήσουν αναλόγως.
Στα αξιοσημείωτα των ΚΟΕ είναι το γεγονός ότι παρέχεται χρηματοδοτική συνδρομή γι αυτές τις συναντήσεις από την Eurojust, ενώ οι επιχειρησιακές συναντήσεις μπορούν να χρηματοδοτηθούν από την Europol.     

Συμπεράσματα
Όπως προκύπτει με τις εν λόγω διατάξεις που έχουν αναπτυχθεί τόσο σε εθνικό όσο και ευρωπαϊκό επίπεδο, εκφράστηκε και εκφράζεται η βούληση της ΕΕ για συντονισμένη αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος και σοβαρών μορφών εγκληματικότητας που έχουν διασυνοριακό  και υπερεθνικό χαρακτήρα. Αυτό γιατί στη σημερινή εποχή και στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, ένα μόνο τμήμα της εγκληματικής  δραστηριότητας ερευνάται ή διώκεται στην χώρα όπου εντοπίζεται η συγκεκριμένη δραστηριότητα.
Δημιουργείται αυτονόητα όμως η ανάγκη για να αντιμετωπιστεί πληρέστερα η εγκληματική δραστηριότητα, οι διωκτικές αλλά και δικαστικές Αρχές της συγκεκριμένης χώρας να γνωρίζουν τις έρευνες ή τις διώξεις που έχουν αναπτυχθεί και σε υπόλοιπες χώρες για το ίδιο έγκλημα  και να υπάρχει κατά συνέπεια συντονισμένη δράση για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά αυτή.  Την ανάγκη αυτή καλύπτει ο θεσμός των ΚΟΕ.
Όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία των ετησίων εκθέσεων της Eurojust κατά τα έτη 2006-2011 η συγκρότηση ΚΟΕ είναι συνεχώς αυξανόμενη, ενώ τα τελευταία χρόνια τμήμα αυτών χρηματοδοτείται από τον εν λόγω Ευρωπαϊκό Οργανισμό. Η αύξηση του αριθμού των ΚΟΕ υποδηλώνει επίσης ότι οι ασκούντες επαγγέλματα στο διωκτικό και δικαστικό τομέα χρησιμοποιούν τη Eurojust ως σημείο αναφοράς για τη λήψη απόφασης σχετικά με το πότε είναι κατάλληλη η προσφυγή στις ΚΟΕ. Η πτυχή αυτή ενισχύθηκε κατά το 2011 με τη σύσταση της Γραμματείας των Δικτύων ΚΟΕ στη Eurojust.
Η Eurojust βοηθάει τους ασκούντες επάγγελμα συναφές προς τη δικαιοσύνη των ΚΟΕ με διάφορους τρόπους, όπως η σύνταξη, η τροποποίηση και η επέκταση των συμφωνιών για τις ΚΟΕ. Λόγω της συχνής της επαφής με τις ΚΟΕ, η Eurojust έχει επίσης αναπτύξει εμπειρογνωμοσύνη που της επιτρέπει να γνωμοδοτεί σχετικά με πιθανά νομικά εμπόδια και να συμβάλλει στην πρόληψη άλλων δυσκολιών.
Εκτός της γνωμοδότησης προς τους ασκούντες επάγγελμα συναφές προς τη δικαιοσύνη, η Eurojust έχει αξιολογήσει και υποστηρίξει οικονομικά και υλικοτεχνικά τις ΚΟΕ. Κατά το 2011, η Eurojust συνέχισε το Πρόγραμμα Χρηματοδότησης των ΚΟΕ, υπό τον τίτλο Υποστήριξη της μεγαλύτερης χρήσης των ΚΟΕ, βάσει της επιχορήγησης που έλαβε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο του προγράμματος Πρόληψη και καταπολέμηση της εγκληματικότητας 2007-2013. Το πρόγραμμα έχει συμβάλει σημαντικά στο να διασφαλιστεί ότι οι οικονομικοί περιορισμοί δεν αποθαρρύνουν τη χρήση των ΚΟΕ για την καταπολέμηση των ομάδων οργανωμένου εγκλήματος. Αποτελεί δηλαδή η χρηματοδότηση των ΚΟΕ ένα επιπλέον κίνητρο για τη σύσταση τους.  
Οι ΚΟΕ καλύπτουν σημαντικές δραστηριότητες που συγκροτούν την έννοια του οργανωμένου εγκλήματος και απασχολούν δύο ή και περισσότερα κράτη. Τέτοιες δραστηριότητες αποτελούν μεταξύ άλλων, η απάτη, η διαφθορά, η κλοπή αυτοκινήτων, η διακίνηση ναρκωτικών, η εμπορία ανθρώπων.  
Απαραίτητη προϋπόθεση, για να καταστεί ο θεσμός των ΚΟΕ αποτελεσματικός και παράλληλα να είναι αποτελεσματική η ευρωπαϊκή αντεγκληματική πολιτική που αναπτύσσεται στο πλαίσιο των οποίων εντάσσονται και οι ΚΟΕ, χρειάζεται πέραν της συγκρότησης του απαραίτητου νομικού πλαισίου η δημιουργία ατμόσφαιρας εμπιστοσύνης.
Εμπιστοσύνη μεταξύ των συνεργαζόμενων δικαστικών, εισαγγελικών και διωκτικών Αρχών των κρατών μελών, που θα επιτρέψει την ταχύτατη ανταλλαγή πληροφοριών και την στενή συνεργασία ώστε να υπάρχει αποτελεσματική αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος. Επίσης θα πρέπει να είναι κατανοητό από τους αρμόδιες Δικαστικές, Εισαγγελικές και Διωκτικές Αρχές, ότι με την σύσταση των ΚΟΕ δεν απεμπολείται εθνική κυριαρχία, αλλά αναπτύσσεται η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών προς έναν ενιαίο σκοπό που αφορά τους πολίτες της ΕΕ και είναι η αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος.
Σημαντικό ρόλο σε αυτό διαδραματίζουν οι συναντήσεις των εμπειρογνωμόνων  στο πλαίσιο του σχετικού δικτύου για τις ΚΟΕ που έχει αναπτυχθεί. Η ανταλλαγή εμπειριών και βέλτιστων πρακτικών που πραγματοποιείται στο πλαίσιο αυτών των συναντήσεων (έχουν πραγματοποιηθεί επτά συναντήσεις μέχρι σήμερα), οδηγεί αναμφίβολα στην αποδοχή από όλους αυτού του νομικού εργαλείου που έχει αναπτυχθεί σε επίπεδο ΕΕ. Μηχανισμός ο οποίος οδηγεί σε διαμόρφωση μίας ενιαίας ευρωπαϊκής κουλτούρας στον σημαντικό  τομέα της αντιμετώπισης του οργανωμένου εγκλήματος, ενισχύοντας τον ενιαίο χώρο ασφάλειας και δικαιοσύνης στην ΕΕ. Παράλληλα ενισχύεται στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ο μηχανισμός της αστυνομικής συνεργασίας, παράλληλα με τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων.          
Σε ότι αφορά την εφαρμογή των ΚΟΕ στην ελληνική έννομη τάξη, τονίζεται ότι οι Ελληνικές Δικαστικές και Διωκτικές Αρχές δεν έχουν εκμεταλλευθεί τον εν λόγω θεσμό, αφού μέχρι στιγμής δεν έχουν αιτηθεί τη σύσταση καμίας ΚΟΕ. Το στοιχείο αυτό έχει μεγάλη σημασία και θα πρέπει να προβληματίσει τις εν λόγω Αρχές στην Ελλάδα, καθώς ένα σημαντικός ευρωπαϊκός θεσμός που συντελεί στην αποτελεσματική δίωξη του οργανωμένου εγκλήματος και σημαντικών μορφών εγκληματικότητας έχει καταστεί ανενεργός.
Επιπρόσθετα όπως προκύπτει από τις διατάξεις του Ν. 3663/2008 η σύνταξη ΚΟΕ σε ότι αφορά την διάπραξη αδικημάτων είναι περιοριστική, καθώς αναφέρεται σε διακρίβωση εγκλημάτων που σχετίζονται με τρομοκρατικές πράξεις, διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και εμπορίας ανθρώπων. Αν και ο περιορισμός αυτός προβλέπεται στο προοίμιο της Απόφασης Πλαισίου του Συμβουλίου της ΕΕ η οποία εντάχθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη, θα πρέπει να επεκταθεί και σε άλλα αδικήματα τα οποία παρατηρούνται στον Ελληνικό χώρο και έχουν διεθνή διάσταση, όπως η παράνομη μετανάστευση, η παράνομη διακίνηση προϊόντων καπνού, το ξέπλυμα μαύρου χρήματος κ.λπ.
Ενδεχομένως η επέκταση του αριθμού των αδικημάτων τα οποία μπορούν να συγκροτηθούν ΚΟΕ,  να οδηγούσε τις αρμόδιες Ελληνικές Αρχές σε αξιοποίηση του συγκεκριμένου θεσμικού πλαισίου. Ενός θεσμικού πλαισίου το οποίο παρέχει τη δυνατότητα αντιμετώπισης του οργανωμένου εγκλήματος και σημαντικών μορφών εγκληματικότητας με συντονισμένη δράση, κατάλληλα μέτρα και μέσα, ενώ παράλληλα παρέχει την δυνατότητα χρηματοδότησης των αναπτυσσόμενων δράσεων στο πλαίσιο των ΚΟΕ.    

ΠΕΑΛΣ/ΛΙΜΕΝΙΚΗ ΡΟΤΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: